Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

ομηρικές παλίρροιες


 































Θα μπορούσα να σου πω "ξαναγύρισα"
αρχαίος ποταμός στα μάτια σου,
στην πλάτη με τις σαράντα μουσικές
των πνιγμένων μυστικών,
στα μαλλιά, που
θυμούνται οδύσσειες,
στο στραβό καπέλο, που
πάντα ξεχνάς να φοράς, και
σε πιάνουν τα κύματα
Μπορώ να πω "ήρθα"
στην ακοή σου που
διάβηκε τις ομηρικές παλίρροιες
να σκίσω τα νερά μου
στην παρόρμηση των ονείρων σου
Μια πέτρα
στο άγγιγμα της πέτρας,
ο κλειδωμένος τόμος,
η κλειδαριά των σελίδων,
το κλειδί στο κελάρι του φόβου σου.
Στιγμιότυπα χιλιάδες "ξαναγύρισα-!-"
στην έκταση του στήθους σου
με το ακατοίκητο στρατόπεδο
απέναντι απ' το τρένο της γραμμής.
Στα μαύρα μου ύδατα
κατέχω την κόψη του μετώπου
στη σφραγίδα του αίματος,
στον κόλπο του κόσμου στα μάτια σου,
στο ασπρόμαυρο ταξίδι μας,
στη σιωπή
Στη σιωπή μου που
μαίνεται ν' ακουστεί η σιωπή της
στο πνιγμένο σου κάδρο με τις μαργαρίτες
Στο βύθισμα της σιωπής σου
που βοά σίγμα
Με απλωμένο ορίζοντα στον πόλεμο των
αποσκευών μου τα σπλάχνα μου,
η φρουρά σου στα σύνορα
στο αξίωμα Χρόνος
που δεν ήρθα ποτέ
Το κλειδί - μια πορεία βροχής
σε φθινόπωρο νύχτας
στα παγωμένα φυλάκια
στα σκουριασμένα σύννεφα
των νότιων αχών σου
που ξαναγύρισα._ (της μέρας)


θλιμμένο μυστικό


Η φωτογραφία ανήκει στην Νικολέτα Γερολιμίνη






























Στη ρωγμή του δείπνου
το καρφί αναμένει το διαμελισμό του
στα δώδεκα μυστικά /
δίχως νερό
με ύπνο βαρύ
στο απαρχαιωμένο σκοτάδι
με δίχως οίνο και ουρανό
στην αυτοχειρία των αγίων./
Όταν αντίκρισα τη θύμηση ψωμιού
το αίμα έλειπε απ' τη σκιά μου
κι ο τάφος μου γέμισε ψίχουλα σιωπής,
ένα σκάρτο αμπέχονο,
και μια σκισμένη αρβύλα
Λείπεις
κι η προδοσία λυγίζει το δέντρο της φυγής.
Με μια υπόκωφη οιμωγή
το κουρέλι Εγώ στο σπασμένο κρανίο,
το τραπέζι σπασμένο πυρετό
Κι είναι που έμαθα μόνο την αντοχή των πνιγμένων
στις βαθιές ομίχλες στην άκρη της φθοράς,
το ξεκούρδιστο χρώμα της άβυσσος
στο χειμωνιάτικο παρόν της θαλάσσης και
τον πράσινο θυμό των νεκρών
όταν γαντζώνουν στο σκήπτρο του χρόνου -
αδίστακτοι φονιάδες των λεπτών.
Κάτω απ' το τραπέζι
είναι η αιωνιότητα ένα θλιμμένο μυστικό
Το σύνθημα "Είναι" στο τσαφ
που κάνει το τραίνο και λύνεται
Κι εκείνοι που σχόλασαν αργά απ' τη βροχή
δε λένε απόψε να φανούν
κι ερήμωσα από φωτιά που λείπεις
και το ταξίδι άδειασε
στο πεπερασμένο τραπέζι
ενός τάφου αδειανού._


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Να διασχίζω


painting Pascal Chove























Να έχει καιρό
Να ταξιδεύω θέλω μ’ όλες τις θάλασσες
Αγκαλιά με την ορφάνια των ματιών σου
να διασχίζω τις γραμμές του θριάμβου…


ανάγερτος

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Αγριεμένος πάλι απ’ την αγρύπνια




Στον φίλο Σωκράτη Ξένο


Αγριεμένος πάλι απ’ την αγρύπνια
κι ακούω το Θάνατο εκεί έξω να γελάει...
Άντρες γυναίκες γέροντες παιδιά
όλοι σιγά σιγά καγχάζουνε μαζί του.

Εμβρίθεια
βλοσυρότητά μου
σε καγχασμούς
σε τίποτα δε συναινείς.

Χάροντα τι γελάς;
Η Θλίψη μου – μονάκριβη – σε περιπαίζει.



© Θεοδόσης Βολκώφ

PRECATIO


PRECATIO
Εσύ που αρέσκεσαι
ασχήμια και ομορφιά αναίτια να ταιριάζεις
κι εκεί που δύναμη παραχωρείς
σωρεύεις τις πληγές ανά εκατό

αφού αλίμονο ομορφιά δε μού ‘χεις δώσει
και μόνο λύπηση και χλεύη αποσπώ

κάνε να στρέψω αλλού τη δύναμή μου
και να μη θέλω πια το κάθε θηλυκό.

© Θεοδόσης Βολκώφ

GLOSSA RELIGIOSA


GLOSSA RELIGIOSA

Παρών ο χρόνος όλος· στη στιγμή σου εκβάλλει·
κρουστός πυκνώνει ο χώρος στο σημείο αυτό·
η πυρκαγιά αναστοχάζεται τη σπίθα,
τ’ αεικίνητο ρηθέν το ακίνητο βουβό.

Θρησκεύεται ξανά· πιστεύει πλέρια η σάρκα,
λάμπει ακιβδήλευτη στερνή φορά η ορμή,
χέρι ευλαβές ο ανευλαβής – και σε διαβάζω,
κορμί του ονείρου, συλλαβή τη συλλαβή.

Τώρα αντίκρυ σου λυγίζω και σωπαίνω,
τώρα κοντά σου χαμηλώνω και πονώ·
στην αγκαλιά σου αφήνω το κορμί της Μοίρας
και στο φιλί σου του Καιρού τον λυτρωμό.


© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Αν δε μπόρεσες ποτέ..


..να περιγράψεις αυτό που ένιωσες,
τότε το ένιωσες πραγματικά.


Ακίνδυνα,ελπιδοφόρα,κι ανεμπόδιστα 
μόνο με πάθος ψυχής μπορούμε.